STUDENT ASSOCIATION FOR INTERNATIONAL AFFAIRS
29ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΝΕΩΝ
«ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ: ΠΑΤ Ή ΜΑΤ»
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
«Διεθνής δικαστική συνδρομή και χρηματοοικονομικό έγκλημα»
ΠΟΡΙΣΜΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Εισαγωγή
Το χρηματοοικονομικό έγκλημα συνιστά μία από τις πλέον καίριες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα κράτη δικαίου, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τη ραγδαία εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας και τη διεύρυνση των διασυνοριακών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η φοροδιαφυγή, η απάτη, η διαφθορά και λοιπές παράνομες πρακτικές που αποσκοπούν στην απόκτηση οικονομικού οφέλους, υπονομεύοντας τη διαφάνεια και τη σταθερότητα των οικονομικών συστημάτων. Η εντατικοποίηση της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών και των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών εργαλείων, έχει προσδώσει στο χρηματοοικονομικό έγκλημα έντονο διασυνοριακό χαρακτήρα. Οι δράστες αξιοποιούν πολύπλοκες εταιρικές δομές, διεθνή τραπεζικά δίκτυα και καινοτόμα μέσα μεταφοράς κεφαλαίων, όπως τα κρυπτονομίσματα, προκειμένου να αποκρύπτουν την προέλευση των παράνομων εσόδων και να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό τους από τις αρμόδιες αρχές.
Σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, το χρηματοοικονομικό έγκλημα συνδέεται άμεσα με ευρύτερες απειλές, όπως το οργανωμένο έγκλημα, η διαφθορά και η αποσταθεροποίηση των αγορών, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ των κρατών. Στο πλαίσιο αυτό, η διεθνής αμοιβαία δικαστική συνδρομή (Mutual Legal Assistance – MLA) αποτελεί βασικό εργαλείο για την ανταλλαγή πληροφοριών, αποδεικτικών στοιχείων και νομικής υποστήριξης μεταξύ δικαστικών και διωκτικών αρχών.
Ωστόσο, παρά την ύπαρξη θεσμοθετημένων μηχανισμών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η πρακτική εφαρμογή της διεθνούς συνεργασίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Οι καθυστερήσεις στη διαχείριση αιτημάτων, ο κατακερματισμός των πληροφοριών, καθώς και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των διωκτικών ενεργειών και ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται το φαινόμενο του χρηματοοικονομικού εγκλήματος υπό το πρίσμα της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας, με έμφαση στις σύγχρονες προκλήσεις που ανακύπτουν στο διεθνές περιβάλλον. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών συνεργασίας, αξιοποίησης των ψηφιακών τεχνολογιών και διαμόρφωσης ενός πιο αποτελεσματικού και συντονισμένου πλαισίου δράσης, με στόχο την προστασία της οικονομικής νομιμότητας και της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
1.Έννοια και μορφές χρηματοοικονομικού εγκλήματος
Ο όρος «οικονομικό έγκλημα» αποτελεί αντικείμενο έντονου επιστημονικού προβληματισμού ως προς τη συγκρότησή του σε ενιαία εννοιολογική κατηγορία. Η σύγχρονη βιβλιογραφία επισημαίνει ότι η ετερογένεια των εγκλημάτων που εντάσσονται σε αυτό ενδέχεται να δημιουργεί εννοιολογική ασάφεια, γεγονός που δυσχεραίνει τόσο την ερμηνευτική προσέγγιση όσο και τη διαμόρφωση αποτελεσματικών μηχανισμών αντιμετώπισης. Για τον λόγο αυτό, προκρίνεται μια διεπιστημονική προσέγγιση, η οποία εστιάζει σε σοβαρές παραβατικές πρακτικές με κοινό παρανομαστή την επιδίωξη οικονομικού οφέλους, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη πληρέστερων ερμηνευτικών και κανονιστικών πλαισίων. Υπό το πρίσμα αυτό, το χρηματοοικονομικό έγκλημα συνιστά ειδικότερη κατηγορία του οικονομικού εγκλήματος και αναφέρεται σε παράνομες πράξεις που τελούνται στο πλαίσιο πραγματικής ή προσχηματικής οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς την άσκηση βίας, με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους ή επαγγελματικού πλεονεκτήματος. Κεντρικό χαρακτηριστικό του αποτελεί η κατάχρηση χρηματοοικονομικών μηχανισμών, συναλλαγών ή πληροφοριών, είτε εις βάρος ιδιωτών είτε εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος. Σημαντική συμβολή στην κατανόηση του φαινομένου προσφέρει η οικονομική θεωρία του εγκλήματος, σύμφωνα με την οποία οι δράστες αντιμετωπίζονται ως ορθολογικοί δρώντες που σταθμίζουν το κόστος και το όφελος των πράξεών τους. Η εγκληματική συμπεριφορά επιλέγεται όταν το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει την πιθανότητα και το κόστος της κύρωσης. Η προσέγγιση αυτή εξηγεί την αυξημένη εμφάνιση χρηματοοικονομικών εγκλημάτων σε περιβάλλοντα χαμηλής εποπτείας και υψηλών οικονομικών αποδόσεων. Η έννοια του χρηματοοικονομικού εγκλήματος συνδέεται στενά με το λεγόμενο «έγκλημα λευκού κολάρου» (white-collar crime), όπως αυτό αναλύθηκε από τους Clinard και Quinney, οι οποίοι διακρίνουν μεταξύ επαγγελματικών εγκλημάτων (occupational crimes), που τελούνται κατά την άσκηση νόμιμου επαγγέλματος προς ίδιο όφελος, και εγκλημάτων επιχειρήσεων (corporate crimes), τα οποία διαπράττονται στο πλαίσιο οργανωμένων επιχειρηματικών δομών.
Οι μορφές του χρηματοοικονομικού εγκλήματος αποτελούν ευρύ φάσμα παραβατικών συμπεριφορών με κοινό σκοπό την απόκτηση οικονομικού οφέλους, διαφοροποιημένες ως προς τον τρόπο τέλεσης και τις επιπτώσεις τους. Σύμφωνα με τη Σύσταση No. R. (81) 12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων καταχρηστική διαχείριση επιχορηγήσεων, εγκλήματα πληροφορικής, εταιρείες – «φαντάσματα», παραποίηση οικονομικών στοιχείων, εξαπάτηση πιστωτών, φορολογικές παραβάσεις και αδικήματα τραπεζικού και χρηματιστηριακού τομέα.
- Διεθνής δικαστική συνδρομή: Νομικό πλαίσιο και λειτουργία
Η διεθνής δικαστική συνδρομή αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου τα κράτη συνεργάζονται για τη διερεύνηση, δίωξη και καταστολή διασυνοριακών εγκλημάτων. Η ανάγκη ύπαρξης της απορρέει από τον εγγενώς διεθνή χαρακτήρα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, καθώς παράνομα κεφάλαια διακινούνται μέσω πολλαπλών δικαιοδοσιών, αξιοποιώντας διαφοροποιήσεις μεταξύ εθνικών νομικών και τραπεζικών συστημάτων. Κατά την εφαρμογή της Mutual Legal Assistance – MLA, καθίσταται δυνατή η ανταλλαγή αποδεικτικών στοιχείων, η άρση τραπεζικού απορρήτου, η δέσμευση και κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και η ταυτοποίηση πραγματικών δικαιούχων, συμβάλλοντας καθοριστικά στη δίωξη εγκλημάτων όπως η νομιμοποίηση εσόδων, η διαφθορά και η απάτη.
Το νομικό πλαίσιο της διεθνούς δικαστικής συνδρομής στηρίζεται σε διεθνείς συμβάσεις, περιφερειακές συμφωνίες και διμερείς συνθήκες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, κομβικό ρόλο διαδραματίζει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διακρατικού Οργανωμένου Εγκλήματος (UNTOC), καθώς και η Σύμβαση κατά της Διαφθοράς, οι οποίες θεσπίζουν υποχρεώσεις συνεργασίας για τη συλλογή και διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων και την ανάκτηση παράνομων κεφαλαίων. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις ενισχύει τη συνεργασία μεταξύ κρατών, ενώ η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΙΟ) εισάγει ένα πιο ενοποιημένο σύστημα συλλογής αποδεικτικών στοιχείων βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Παράλληλα, οι Οδηγίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων ενισχύουν τη θεσμική συνεργασία μεταξύ εποπτικών και δικαστικών αρχών.
2.1 Θεσμικοί φορείς συνεργασίας
Η αποτελεσματική εφαρμογή της διεθνούς δικαστικής συνδρομής υποστηρίζεται από διεθνείς οργανισμούς και μηχανισμούς συνεργασίας. Η Financial Action Task Force (FATF), διαμορφώνει διεθνή πρότυπα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μέσω των συστάσεών της. Ιδρυθείσα το 1989 με πρωτοβουλία τη G7, αποτελεί τον κεντρικό διεθνή οργανισμό χάραξης πολιτικής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και, ευρύτερα, της απειλής κατά της ακεραιότητας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο κανονιστικός της ρόλος εκδηλώνεται κυρίως μέσω των «40 Συστάσεων», οι οποίες συνιστούν διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα (soft law) και καλύπτουν ζητήματα ποινικοποίησης, προληπτικής εποπτείας, διαφάνειας νομικών προσώπων, δέουσας επιμέλειας πελατών και διεθνούς συνεργασίας. Αν και οι συστάσεις δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα υπό την έννοια του διεθνούς δικαίου, η συμμόρφωση των κρατών ενισχύεται μέσω του μηχανισμού αμοιβαίων αξιολογήσεων (mutual evaluations) και της δυνατότητας ένταξης κρατών σε καταλόγους αυξημένου κινδύνου (grey list/ black list), γεγονός που συνεπάγεται σημαντικές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις. Παράλληλα, συμβάλλει καίρια στην εναρμόνιση των εθνικών νομικών πλαισίων, περιορίζοντας τις κανονιστικές ασυμμετρίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν «ασφαλή καταφύγια» για παράνομα κεφάλαια. Ωστόσο, η εφαρμογή των προτύπων της εξαρτάται από τη βούληση και την ικανότητα των κρατών να τα ενσωματώσουν αποτελεσματικά στο εσωτερικό τους δίκαιο.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Interpol διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εθνικών αστυνομικών αρχών. Επίσης, τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (IFRS), όπως εκδίδονται από το International AccountingStandards Board, συμβάλλουν στη διαφάνεια των οικονομικών καταστάσεων και διευκολύνουν τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών. Τέλος, οι Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (FIUs) λειτουργούν ως κρίσιμος σύνδεσμος μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και διωκτικών αρχών, ενισχύοντας τη διασυνοριακή ανταλλαγή πληροφοριών.
- Σύγχρονες μορφές χρηματοοικονομικού εγκλήματος
Παρά την εκτεταμένη θεσμική ανάπτυξη των μηχανισμών διεθνούς δικαστικής συνδρομής, η αποτελεσματική εφαρμογή τους στην καταπολέμηση του χρηματοοικονομικού εγκλήματος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ουσιώδεις προκλήσεις, οι οποίες απορρέουν τόσο από νομικές όσο και από επιχειρησιακές και τεχνολογικές ασυμμετρίες. Αρχικά, η έλλειψη πλήρους εναρμόνισης μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων δημιουργεί σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τα πρότυπα απόδειξης, τις διαδικαστικές εγγυήσεις και τα όρια παροχής δικαστικής συνδρομής. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δύνανται να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις ή και σε μερική ή πλήρη απόρριψη αιτημάτων συνεργασίας. Επιπλέον, η αρχή της κρατικής κυριαρχίας και οι περιορισμοί που απορρέουν από την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η προστασία προσωπικών δεδομένων και το απόρρητο των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργούν ως παράγοντες επιβράδυνσης της διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών. Ιδιαίτερη πρόκληση συνιστά επίσης η αυξανόμενη ψηφιοποίηση του χρηματοοικονομικού εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κρυπτογραφημένων συναλλαγών, εικονικών περιουσιακών στοιχείων και αποκεντρωμένων πλατφορμών. Τα χαρακτηριστικά αυτά δυσχεραίνουν τον εντοπισμό, την ιχνηλάτηση και την κατάσχεση παράνομων κεφαλαίων, απαιτώντας υψηλό επίπεδο τεχνολογικής εξειδίκευσης μεταξύ των αρχών. Επιπρόσθετα, η άνιση επιχειρησιακή ικανότητα μεταξύ των κρατών, ιδίως όσον αφορά την τεχνική υποστήριξη και την πρόσβαση σε εξειδικευμένα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων, εντείνει τις ανισότητες στην αποτελεσματικότητα εφαρμογής των μηχανισμών συνδρομής. Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω προώθηση της νομικής και διαδικαστικής εναρμόνισης και η επένδυση σε ψηφιακές υποδομές και τεχνογνωσία, με σκοπό τη διασφάλιση ταχύτερης, αποτελεσματικότερης και πιο συνεκτικής διεθνούς δικαστικής ανταπόκρισης.
- Ο ρόλος της τεχνολογίας και των ψηφιακών συναλλαγών
Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και η ανάπτυξη νέων τεχνολογικών εργαλείων αυξάνουν την ταχύτητα, την προσβασιμότητα και την αποτελεσματικότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων, ενώ παράλληλα δημιουργούν νέες προκλήσεις ως προς την πρόληψη και καταστολή παράνομων ενεργειών. Στο πλαίσιο αυτό, η τεχνολογική εξέλιξη εμφανίζει έναν διττό χαρακτήρα: αφενός διευκολύνει τη διεξαγωγή χρηματοοικονομικών συναλλαγών σε παγκόσμια κλίμακα και αφετέρου παρέχει νέα εργαλεία τόσο για τη διάπραξη όσο και για την αντιμετώπιση οικονομικών εγκλημάτων. Η ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών, mobile πληρωμών, neobanks και εφαρμογών χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech) έχει μεταμορφώσει το τραπεζικό και επενδυτικό περιβάλλον, καθιστώντας τις συναλλαγές ταχύτερες, οικονομικότερες και περισσότερο διασυνδεδεμένες σε διεθνές επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει ολοκληρωμένη στρατηγική για την ψηφιακή χρηματοοικονομική αγορά, εισάγοντας κανονιστικά πλαίσια για τα κρυπτοστοιχεία και την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των ψηφιακών συστημάτων, όπως ο Κανονισμός DigitalOperational Resilience Act (DORA), με στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παρά το πλεονέκτημα, η αυξημένη διασυνοριακή συνδεσιμότητα ενδέχεται να διευκολύνει τη μεταφορά παράνομων κεφαλαίων και να δυσχεραίνει τον έλεγχο από τις εποπτικές αρχές.
Η τεχνολογία δεν λειτουργεί μόνο ως μέσο διεκπεραίωσης συναλλαγών αλλά και ως κρίσιμο εργαλείο πρόληψης και εντοπισμού χρηματοοικονομικών εγκλημάτων. Η αξιοποίηση Big Data προηγμένων συστημάτων παρακολούθησης συναλλαγών και αναλυτικών μοντέλων επιτρέπει στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς να εντοπίζουν ύποπτες δραστηριότητες με μεγαλύτερη ακρίβεια σε σχέση με τις παραδοσιακές μεθόδους. Η ψηφιακή ανάλυση δεδομένων ενισχύει την αποδοτικότητα των μηχανισμών AML/ CFT, μειώνοντας το λειτουργικό κόστος και αυξάνοντας την ποιότητα των ελεγκτικών αποτελεσμάτων. Η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) και η μηχανική μάθηση επιτρέπουν την ανίχνευση και ταξινόμηση ύποπτων συναλλαγών σε πραγματικό χρόνο. Τα σύγχρονα συστήματα AMLπου βασίζονται σε deep learning μπορούν να εντοπίζουν σύνθετα μοτίβα συμπεριφοράς και να μειώνουν σημαντικά τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα (false positives), τα οποία αποτελούν βασικό πρόβλημα των παραδοσιακών συστημάτων συμμόρφωσης. Η αυτοματοποίηση της ανάλυσης δεδομένων ενισχύει τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνων και επιτρέπει στις αρχές να παρεμβαίνουν προληπτικά πριν την ολοκλήρωση παράνομων δραστηριοτήτων. Η τεχνολογία blockchainδημιουργεί επίσης ένα αποκεντρωμένο και μη τροποποιήσιμο αρχείο συναλλαγών, το οποίο δύναται να ενισχύσει τη διαφάνεια και την ιχνηλασιμότητα των οικονομικών κινήσεων. Ωστόσο, η χρήση κρυπτονομισμάτων και αποκεντρωμένων χρηματοοικονομικών εφαρμογών (DeFi) μπορεί να προσφέρει αυξημένα επίπεδα ανωνυμίας, επιτρέποντας σε εγκληματικές οργανώσεις να αποκρύπτουν την προέλευση κεφαλαίων και να παρακάμπτουν παραδοσιακούς μηχανισμούς ελέγχου. Για τον λόγο αυτό, καθίσταται αναγκαία η ανάπτυξη ρυθμιστικών πλαισίων και τεχνολογιών blockchain analytics.
- Προκλήσεις για τα κράτη και τα χρηματοπιστωτικά συστήματα
Η αντιμετώπιση του χρηματοοικονομικού εγκλήματος διαμορφώνεται σε συνθήκες έντονης παγκοσμιοποίησης και ψηφιοποίησης των συναλλαγών, όπου ο διασυνοριακός χαρακτήρας των χρηματικών ροών και η χρήση σύνθετων δομών κεφαλαίων περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των εθνικών μηχανισμών ελέγχου και αναδεικνύουν την ανάγκη ενισχυμένου διεθνούς συντονισμού και συνεργασίας. Η εναρμόνιση στον τομέα της πρόληψης νομιμοποίησης εσόδων έχει προχωρήσει σημαντικά μέσω της Οδηγίας (Ε.Ε.) 2015/849 και των τροποποιήσεών της. Ωστόσο, αποκλίσεις ως προς την εφαρμογή, τις κυρώσεις και τις δικονομικές εγγυήσεις εξακολουθούν να δημιουργούν λειτουργικές δυσχέρειες (European Commission, 2021). Η αποτελεσματικότητα της διεθνούς συνεργασίας εξαρτάται συνεπώς όχι μόνο από το κανονιστικό πλαίσιο, αλλά και από τον βαθμό θεσμικής σύγκλισης και διοικητικής ικανότητας. Η ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών, πληρωμών και αποκεντρωμένων χρηματοοικονομικών εφαρμογών μεταβάλλει ριζικά το οποίο κινδύνου. Η ανάγκη ρύθμισης των νέων αυτών μορφών δραστηριότητας αναγνωρίζεται τόσο από τη FATF (Recommendation 15) όσο και από το ενωσιακό πλαίσιο για τις αγορές κρυπτοστοιχείων. Εντούτοις, η ταχύτητα τεχνολογικής εξέλιξης συχνά υπερβαίνει τον ρυθμό κανονιστικής προσαρμογής, δημιουργώντας μεταβατικές περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας και κινδύνου. Συνολικά, το χρηματοοικονομικό έγκλημα επηρεάζει άμεσα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, όπως αναγνωρίζεται και στη Στρατηγική της Ε.Ε. για την Ένωση Ασφαλείας. Η συστηματική διάδοση φαινόμενων νομιμοποίησης εσόδων και διαφθοράς υπονομεύει την αρχή του θεμιτού ανταγωνισμού και τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας. Υπό το πρίσμα αυτό, οι σχετικές προκλήσεις αποκτούν ευρύτερη θεσμική διάσταση, συνδεόμενη με την ποιότητα της διακυβέρνησης και την αποτελεσματικότητα του κράτους δικαίου.
- Προτάσεις – νομοθετικές κατευθύνσεις
Η θεσμική αναβάθμιση του πλαισίου καταπολέμησης του χρηματοοικονομικού εγκλήματος απαιτεί παρεμβάσεις που ενσωματώνουν τις εξελίξεις της ψηφιακής διακυβέρνησης και τα διεθνή πρότυπα AML/ CT, με κύριες κατευθύνσεις να αφορούν την ψηφιοποίηση της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας μέσω θεσμοθέτησης ολοκληρωμένων ψηφιακών μηχανισμών διαχείρισης αιτημάτων για ηλεκτρονική καταχώρηση, παρακολούθηση και ασφαλή διαβίβαση στοιχείων, σε εναρμόνιση με το ενωσιακό πλαίσιο δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και τις Συστάσεις της FATF, υπό την προϋπόθεση υψηλών προτύπων κυβερνοασφάλειας και συμμόρφωσης με τον Κανονισμό (Ε.Ε.) 2016/679 ως προς νομιμότητα και ελαχιστοποίηση δεδομένων, την ενίσχυση της διαφάνειας των εταιρικών δομών μέσω αξιόπιστων μηχανισμών ταυτοποίησης πραγματικών δικαιούχων και κεντρικού ψηφιακού μητρώου με υποχρεωτική επικαιροποίηση στοιχείων και κυρώσεις για ανακριβείς δηλώσεις, σύμφωνα με την Οδηγία (Ε.Ε.) 2015/849 όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία (Ε.Ε.) 2018/843, σε συνδυασμό με διαλειτουργικότητα φορολογικών και εποπτικών αρχών υπό εγγυήσεις προστασίας δεδομένων, την κανονιστική ενσωμάτωση των υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στο πλαίσιο AML μέσω υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας, ταυτοποίησης πελατών και αναφοράς ύποπτων συναλλαγών. Σύμφωνα με τις Συστάσεις της FATF και τον Κανονισμό (Ε.Ε.) 2023/1114 (MiCA), καθώς και την εφαρμογή της «Travel Rule» και την εποπτεία από εξειδικευμένες αρχές για ενίσχυση διαφάνειας και περιορισμό κινδύνων κατάχρησης, και τέλος την ενίσχυση της θεσμικής διαλειτουργικότητας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ φορολογικών, εποπτικών και διωκτικών αρχών σύμφωνα με τη Σύσταση 2 της FATF, μέσω ασφαλών ψηφιακών πρωτοκόλλων και αυτοματοποιημένων διασταυρώσεων δεδομένων για βελτίωση εντοπισμού ύποπτων συναλλακτικών προτύπων υπό την αρχή της αναλογικότητας και τις εγγυήσεις του GDPR.
- Συμπεράσματα
Το χρηματοοικονομικό έγκλημα εξελίσσεται δυναμικά υπό την επίδραση της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής προόδου, παρουσιάζοντας έντονο διασυνοριακό χαρακτήρα που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των εθνικών μηχανισμών αντιμετώπισης. Η διεθνής δικαστική συνδρομή συνιστά βασικό εργαλείο διακρατικής συνεργασίας, ωστόσο η λειτουργία της επηρεάζεται από συγκεκριμένους περιοριστικούς παράγοντες, όπως οι διαφοροποιήσεις μεταξύ εθνικών νομικών συστημάτων, οι καθυστερήσεις στην επεξεργασία αιτημάτων και η περιορισμένη διαλειτουργικότητα των αρμοδίων αρχών. Παράλληλα, η αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και σύγχρονων χρηματοοικονομικών μέσων μεταβάλλει τις μεθόδους τέλεσης και εντοπισμού των σχετικών αδικημάτων, καθιστώντας αναγκαία την προσαρμογή των υφιστάμενων μηχανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας προϋποθέτει στοχευμένες θεσμικές παρεμβάσεις, ενίσχυση της τεχνικής ικανότητας των αρμόδιων φορέων και εμβάθυνση της διεθνούς συνεργασίας, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση διασυνοριακών υποθέσεων.
Οι ανωτέρω διαπιστώσεις συγκλίνουν στην ανάγκη ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας και θεσμικής προσαρμογής των μηχανισμών πρόληψης και καταστολής, με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του διασυνοριακού χρηματοοικονομικού εγκλήματος στο σύγχρονο τεχνολογικό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Βιβλιογραφία
Benson, M. L., Simpson, S. S., & Gottschalk, P. (2024). Financial crime and economic harm.
Brennen, J. S., & Kreiss, D. (2016). Digitalization. In K. B. Jensen et al. (Eds.), The international encyclopedia of communication theory and philosophy. Wiley-Blackwell.
Button, M., & Shepherd, D. (2023). Economic and financial crime: Prevention and control.Routledge.https://api.pageplace.de/preview/DT0400.9781000573084_A42756 757/preview-9781000573084_A42756757.pdf
Council of Europe. (1959). European Convention on Mutual Assistance in Criminal Matters (ETS No. 030), as amended. https://rm.coe.int/16800656ce
Donohue, J. J., III. (2007). Economic models of crime. In M. Tonry (Ed.), Crime and justice: A review of research (Vol. 36). University of Chicago
Press.https://doi.org/10.1561/0700000014
European Commission. (2020). Action plan for a comprehensive Union policy on preventing money laundering and terrorist financing. European
Commission.https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:520 21PC0421
European Commission. (2021). Proposal for the establishment of the Authority for Anti-Money Laundering and Countering the Financing of Terrorism (AMLA).
European
Commission.https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex:52021PC0421
European Commission. (2023). Anti-money laundering and countering the financing of terrorism package. European
European Parliament and Council of the European Union. (2014). Directive
2014/41/EU regarding the European Investigation Order in criminal matters. Official Journal of the European Union.https://eur-lex.europa.eu/eli/dir/2014/41/oj/eng
European Parliament and Council of the European Union. (2015). Directive (EU) 2015/849 on the prevention of the use of the financial system for the purposes of money laundering or terrorist financing. Official Journal of the European Union.https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex%3A32015L0849
European Parliament and Council of the European Union. (2016). Regulation (EU) 2016/679 (General Data Protection Regulation). Official Journal of the European Union.https://r.search.yahoo.com/_ylt=AwrFGZxnQ8dpEgIAI89XNyoA;_ylu=Y29sbwNiZjEEcG9zAzEEdnRpZAMEc2VjA3Ny/RV=2/RE=1775876199/RO=10/RU=https %3a%2f%2feur-lex.europa.eu%2feli%2freg%2f2016%2f679%2foj%2feng/RK=2/RS= EgOa36LqwKD7.m.7Uu6soz4_bdk-
European Parliament and Council of the European Union. (2018). Directive (EU)
2018/843 amending Directive (EU) 2015/849. Official Journal of the European Union.https://r.search.yahoo.com/_ylt=AwrEq.WqQ8dpKwIAjZRXNyoA;_ylu=Y29sbwNiZjEEcG9zAzMEdnRpZAMEc2VjA3Ny/RV=2/RE=1775876266/RO=10/RU=http s%3a%2f%2feur-lex.europa.eu%2feli%2fdir%2f2018%2f843%2foj%2feng%2fpdf/R K=2/RS=5C5KxXCTg10.4JFGqvguB.ZmFuQ-
European Parliament and Council of the European Union. (2018). Regulation (EU) 2018/1727 on the European Union Agency for Criminal Justice Cooperation
(Eurojust). Official Journal of the European
Union.https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/ALL/?uri=CELEX%3A32018R1727
European Parliament and Council of the European Union. (2022). Regulation (EU) 2022/2554 on digital operational resilience for the financial sector (DORA). Official
Journal of the European
Union.https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2022/2554/oj/eng?eliuri=eli%3Areg%3A2022 %3A2554%3Aoj&locale=el
European Parliament and Council of the European Union. (2023). Regulation (EU) 2023/1114 on markets in crypto-assets (MiCA). Official Journal of the European Union.https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2023/1114/2024-01-09
Europol. (2023). European Union serious and organised crime threat assessment
(SOCTA) 2023.
Europol.https://www.europol.europa.eu/publications-events/main-reports/socta-report
Eurojust. (2023). Annual report 2023.
Eurojust.https://www.eurojust.europa.eu/annual-report-2023
Financial Action Task Force. (2012). International standards on combating money laundering and the financing of terrorism & proliferation (FATF Recommendations). FATF.https://rm.coe.int/fatf-recommendations-2012-updated-october-2018-/16809382 9b
Financial Action Task Force. (2021). Guidance on digital assets and virtual asset service providers.
FATF.https://www.fatf-gafi.org/en/publications/Fatfrecommendations/Guidance-rba-vir tual-assets-2021.html
Financial Action Task Force. (2023). International standards on combating money laundering and the financing of terrorism & proliferation (Updated 2023).
FATF.https://www.fatf-gafi.org/en/publications/Fatfgeneral/FATF-Annual-report-20232024.html
Gilmore, W. C. (2011). Dirty money: The evolution of international measures to counter money laundering and the financing of terrorism (4th ed.). Council of Europe Publishing.https://www.research.ed.ac.uk/en/publications/dirty-money-the-evolution-o f-international-measures-to-counter-mo-2/
INTERPOL. (2021). Global crime trend report 2021.
INTERPOL.https://www.fatf-gafi.org/en/publications/Fatfgeneral/FATF-Annual-report -2023-2024.html
Pieth, M. (2019). Gold laundering: The dirty secrets of the gold trade—and how to clean up. Oxford University
Ryder, N. (2011). Money laundering—An endless cycle? A comparative analysis of the anti-money laundering policies in the United States of America, the United Kingdom, Australia and Canada. Routledge.
Unger, B., & van der Linde, D. (2013). Research handbook on money laundering.
Edward Elgar Publishing.https://econpapers.repec.org/bookchap/elgeebook/14442.htm
United Nations. (2000). United Nations Convention against Transnational Organized
Crime. United
Nations.https://www.unodc.org/unodc/en/organized-crime/intro/UNTOC.html
United Nations. (2003). United Nations Convention against Corruption. United Nations.https://www.unodc.org/pdf/corruption/publications_unodc_convention-e.pdf
United Nations Office on Drugs and Crime. (2022). World drug report 2022. United Nations.https://www.unodc.org/unodc/en/data-and-analysis/world-drug-report-2022.ht ml
Πρόεδρος Επιτροπής:
Ειρήνη Μαλτέζου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών -(κατεύθυνση Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών)
Βουλευτές:
Ελευθεριάδης Αβραάμ Άγγελος, Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (Κατεύθυνση Λογιστικής)
Μπάρρυ Αλέξανδρος, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Συμεωνίδης Γεώργιος, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Επιστημονικός σύμβουλος: Γεώργιος Β. Αργυρόπουλος,Δικηγόρος, LL.M. / M.Sc. Ph.D. (c), τ. Αντιδήμαρχος Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών Δήμου Χαϊδαρίου ,π. Αντιπρόεδρος Ε.Α.Ν.Δ.Α.
