Από τον Τσουκαλά Αναστάσιο
Εισαγωγή
Η αναθεώρηση του κλασικού ανθρωπιστικού δικαίου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καθοδηγήθηκε από διάφορους βασικούς παράγοντες και γεγονότα που ανέδειξαν την ανάγκη για επικαιροποιημένη και διευρυμένη προστασία των ατόμων που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις. Οι θηριωδίες και οι εκτεταμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ώθησαν τη διεθνή κοινότητα να επανεκτιμήσει και να ενισχύσει τα υφιστάμενα νομικά πλαίσια.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί σταθμό στην παγκόσμια ιστορία, πρωτοφανών επιπέδων καταστροφής και ανθρώπινου πόνου. Η εκτεταμένη χρήση νέων όπλων και τακτικών, όπως οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, ο χημικός πόλεμος και η μαζική εξόντωση, οδήγησαν σε τεράστιας έντασης προκληθείσα βλάβη τόσο σε βάρος αμάχων, όσο και μαχητών, απόρροια της αδιάκριτης χρήσης βίας. Συχνά χρησιμοποιείται για το σύνολο των συνεπειών των ως άνω ο όρος “έγκλημα πολέμου”. Στην εννοιολογική του οριοθέτησή του, περιλαμβάνεται οποιαδήποτε προσβολή των διεθνών νόμων, των συνθηκών και των συμβάσεων που συνέβη κατά τη διάρκεια πολέμου. Το όργανο που έχει την αρμοδιότητα να δικάσει εγκληματίες πολέμου είναι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Παράλληλα, η ιδέα του εγκλήματος πολέμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα ανθρώπινα δικαιώματα, επειδή το έγκλημα πολέμου αποτελεί περίπτωση καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια πολέμου (Hathaway et al., 2019). Η απάνθρωπη μεταχείριση των ασθενών, τραυματιών και αιχμαλώτων πολέμου, η εκτέλεση ομήρων, οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού, η λεηλασία, η καταστροφή πόλεων και χωριών, ο βομβαρδισμός πόλεων και χωριών και η καταστροφή των κτιρίων των μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια ενός πολέμου είναι μερικά παραδείγματα που εντάσσονται στην κατηγορία των “εγκλημάτων πολέμου” (Parks, 1973).
Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ένα ανθρώπινο δικαίωμα ενυπάρχει από την γέννηση του ατόμου. Επιπλέον, είναι σημαντικό να τηρούνται και να γίνονται σεβαστά αυτά τα δικαιώματα ανεξάρτητα από το πού επιλέγει να διαμένει κάποιος. Όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα ενός πληθυσμού παραβιάζονται σε περιόδους σύγκρουσης, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι έχουν διαπραχθεί εγκλήματα πολέμου (Freeman, 2022). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω έννοιες, γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η φρίκη του πολέμου ανέδειξε την ανεπάρκεια των υφιστάμενων νομικών μέσων, όπως οι Συμβάσεις της Χάγης του 1907 και της Γενεύης του 1929, όσον αφορά την προστασία των ατόμων κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων.
Ανθρωπιστικό Δίκαιο και καλυπτόμενοι τομείς
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, γνωστό και ως δίκαιο ενόπλων συγκρούσεων ή jus in bello, είναι ο τομέας του διεθνούς δικαίου που ρυθμίζει κατά κύριο λόγο τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων σε ένοπλη σύγκρουση (Kolb & Hyde, 2008). Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο επιδιώκει να περιορίσει τις συνέπειες των ένοπλων συγκρούσεων και αποσκοπεί στην προστασία των ατόμων, είτε πρόκειται για πολίτες, είτε για στρατιώτες, είτε για τραυματίες. Για να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις του πολέμου, τα εμπόλεμα κράτη και άλλες ένοπλες ομάδες που εμπλέκονται στη σύγκρουση, είναι υποχρεωμένες να διεξάγουν εχθροπραξίες εντός ορισμένων ορίων.
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο στοχεύει τελικά στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ δύο βασικών αρχών, της αρχής του ανθρωπισμού και της αρχής της στρατιωτικής αναγκαιότητας, η οποία επιτρέπει τη χρήση της δύναμης που είναι απαραίτητη για την επίτευξη του στόχου μιας σύγκρουσης, αλλά με περιορισμούς στις απώλειες της ζωής και των πόρων. Η αρχή του ανθρωπισμού, από την άλλη μεριά, απαγορεύει την πρόκληση πόνου, τραυμάτων ή καταστροφών που δε συνάδουν με το σκοπό της νίκης του πολέμου (Schmitt & Schmitt, 2012).
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο καλύπτει δύο νομικούς κλάδους γνωστούς ως “νόμος της Χάγης” και “νόμος της Γενεύης” (Schindler, 2003). Ο “νόμος της Χάγης” περιορίζει τα μέσα και τις μεθόδους του πολέμου. Σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες, υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί στα όπλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ένοπλες συγκρούσεις και στους τρόπους διεξαγωγής των εχθροπραξιών. Ο “νόμος της Γενεύης” προστατεύει άτομα σε ένοπλες συγκρούσεις. Υπαγορεύει ότι οι στρατιώτες που έχουν “βάλει κάτω τα όπλα”, το ιατρικό προσωπικό, οι κρατούμενοι και οι πολίτες θα πρέπει πάντα να αντιμετωπίζονται με ανθρωπισμό. Ο “νόμος της Χάγης” αναφέρεται στη Σύμβαση της Χάγης του 1899 και του 1907 και οι νόμοι για την προστασία ορισμένων ατόμων καταγράφηκαν στις τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949. Επειδή σχεδόν κάθε κράτος του κόσμου έχει υπογράψει και κυρώσει αυτές τις συμβάσεις, έχουν γίνει από τις πιο ευρέως αποδεκτές διεθνείς συμβάσεις. Πολλές διατάξεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου γίνονται πλέον αποδεκτές ως εθιμικό δίκαιο, πράγμα που σημαίνει ότι δεσμεύουν όλα τα κράτη, ανεξάρτητα από το αν αυτά τα κράτη έχουν κυρώσει τις αντίστοιχες συμβάσεις ή όχι.
Αίτια αναθεώρησης
Το 1772, ο φιλόσοφος και ανθρωπιστής Jean Jacques Rousseau ανέφερε στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, ένα έργο που χάραξε έντονα την εξελικτική πορεία του Ανθρωπιστικού Δικαίου διατυπώνει: “Ο πόλεμος είναι μία σχέση, όχι μεταξύ ανθρώπων, αλλά μεταξύ κρατών, και τα άτομα είναι εχθροί ευκαιριακά μόνο, όχι ως άνθρωποι, ούτε ως πολίτες, αλλά ως στρατιώτες. Όχι ως μέλη ενός κράτους, αλλά ως υπερασπιστές του. Εφόσον ο στόχος του πολέμου είναι η υποταγή του εχθρικού κράτους, η μία πλευρά έχει το δικαίωμα να σκοτώνει τους αμυνόμενους αντιπάλους όσο διάστημα κρατάνε όπλα. Από τη στιγμή όμως που θα παραδοθούν και θα αφήσουν τα όπλα τους, παύουν να είναι εχθροί και ξαναγίνονται απλοί άνθρωποι, τις ζωές των οποίων κανείς δεν έχει δικαίωμα να αφαιρέσει”. Το νόημα της αρχής αυτής, που πολύ γρήγορα έγινε αποδεκτή από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, είναι ότι οι εχθροπραξίες πρέπει να κατευθύνονται μόνο εναντίον των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου, όχι εναντίον του άμαχου πληθυσμού που από τη φύση του δεν παίρνει μέρος στη σύρραξη. Οι ιδέες αυτές αποτέλεσαν και τη βάση πολλών κειμένων που υιοθετήθηκαν στη συνέχεια και διαμόρφωσαν το συμβατικό Ανθρωπιστικό Δίκαιο.
Καθοριστική θεωρείται, επίσης, για την εξέλιξη του ανθρωπιστικού δικαίου η ίδρυση εκ μέρους των Durant, Dufour, Moynler, Appla, Maunoir του Κινήματος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου. Καρπός του εν λόγω συνεδρίου υπήρξε η Σύμβαση της Γενεύης.
Πολλές από τις βασικές ιδέες που πυροδότησαν το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διαμορφώθηκαν ως επακόλουθο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των θηριωδιών του Ολοκαυτώματος και κλιμακώθηκαν με την υιοθέτηση της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Παρίσι από τη Γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1948 (Ishay, 2008). Μετά την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία όλα τα δικαιώματα είναι αναφαίρετα, αδιαίρετα, αλληλοσυμπληρούμενα, αλληλεξαρτώμενα και οικουμενικά, μια σειρά από διεθνείς συμβάσεις έχουν υιοθετηθεί προκειμένου να εξασφαλίσουν το σεβασμό, την προστασία και την εκπλήρωση των δικαιωμάτων.
Οι δίκες της Νυρεμβέργης (1945-46) και του Τόκιο (1946) στις οποίες παραπέμφθηκαν και δικάστηκαν ναζιστές και ηγέτες της Ιαπωνίας ως εγκληματίες πολέμου, ήταν η πρώτη προσπάθεια να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι για εγκλήματα πολέμου από ένα διεθνές όργανο (Beigbeder, 2006). Πιο αναλυτικά, οι δίκες της Νυρεμβέργης που διεξήχθησαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνέβαλαν καθοριστικά στην καθιέρωση της αρχής της ατομικής ποινικής ευθύνης για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Στις δίκες διώχθηκαν και τιμωρήθηκαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι των Ναζί για το ρόλο τους στη διάπραξη αποτρόπαιων πράξεων. Οι δικαστικές αποφάσεις τόνισαν την ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που θα καθιστά τα άτομα υπεύθυνα για τις πράξεις τους κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων και θα αποτρέπει μελλοντικές φρικαλεότητες.
Παράλληλα, ως απάντηση στις φρικαλεότητες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η διεθνής κοινότητα αναθεώρησε και επέκτεινε τις Συμβάσεις της Γενεύης. Οι τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 παρείχαν επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές για την προστασία των τραυματιών και ασθενών στρατιωτών στη στεριά και στη θάλασσα, των αιχμαλώτων πολέμου και των αμάχων σε περιόδους ένοπλων συγκρούσεων (Mangku, 2021). Εισήγαγαν δε νέες διατάξεις για την προστασία των μη μαχητών, συμπεριλαμβανομένων των αμάχων, από βλάβες και κακοποιήσεις. Με άλλα λόγια, καταδίκαζαν το έγκλημα πολέμου, καθώς αποσκοπούσαν στη βελτίωση της κατάστασης των τραυματιών και ασθενών στον πόλεμο, στην καλή μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου, καθώς επίσης και στην προστασία του άμαχου πληθυσμού κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Η αδυναμία των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 να προτείνουν ένα ικανοποιητικό σύστημα διαπίστωσης των καταγγελιών, για την παραβίαση των κανόνων του Δικαίου των Ενόπλων Συγκρούσεων, οδήγησε τους συμμετέχοντες στη Διπλωματική Διάσκεψη του 1977 στην αποδοχή της πρότασης δημιουργίας ενός μη πολιτικού, αμερόληπτου και μόνιμου οργάνου που θα έχει καθήκον, “εφόσον του ζητηθεί”, να ερευνήσει και διευκρινίσει τα γεγονότα που, σύμφωνα με την καταγγελία, “συνιστούν σοβαρή παραβίαση των κανόνων του Δικαίου των Ενόπλων Συγκρούσεων”. Χρειάστηκε να περάσουν 13 ολόκληρα χρόνια για να καταστεί δυνατή η αναγνώριση από είκοσι χώρες της ανάγκης ύπαρξης ενός τέτοιου θεσμού. Η Ελλάδα προσχώρησε στη λειτουργία της Επιτροπής το 1998 (Bothe et al, 1982).
Τα δύο πρόσθετα πρωτόκολλα στις Συμβάσεις της Γενεύης που υιοθετήθηκαν το 1977, ενίσχυαν περαιτέρω την προστασία που παρέχει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο (Aldrich, 1991). Το Πρωτόκολλο Ι αφορούσε την προστασία των θυμάτων διεθνών ένοπλων συγκρούσεων, ενώ το Πρωτόκολλο ΙΙ επικεντρώθηκε στην προστασία των θυμάτων μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων. Τα εν λόγω πρωτόκολλα διεύρυναν τα δικαιώματα και την προστασία των ατόμων που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις και περιλάμβαναν διατάξεις σχετικά με τη μεταχείριση των αμάχων, των αιχμαλώτων πολέμου και των τραυματιών.
Οι πρωταρχικοί παράγοντες που οδήγησαν στη σύναψη των δύο πρωτοκόλλων του 1977 σχετίζονταν αρχικά με τους πολέμους που έλαβαν χώρα μετά το 1949 και τη νομική απαγόρευση του πολέμου. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η δημιουργία νέων κρατών το 1950, που προέκυψαν από τα ερείπια αποικιακών αυτοκρατοριών. Αυτά τα κράτη προσπάθησαν να αναθεωρήσουν τον νόμο του πολέμου που θεσπίστηκε από τα παλιά δυτικά κράτη, πολλά από τα οποία ήταν αποικιακές δυνάμεις. Η πρώτη αλλαγή συνέβη στο δίκαιο της θάλασσας, όπου μια συμφωνία “package deal” κρίθηκε καταλληλότερη από την πλειοψηφία, κάτι που δεν θα είχε νόημα στην Τρίτη Διάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Τα νέα αναπτυσσόμενα κράτη, κυρίως σε Αφρική και Ασία, που προέκυψαν από την αποαποικιοποίηση εμπλούτισαν το διεθνές δίκαιο με ένα νέο υποκείμενο ήτοι τα αναγνωρισμένα πατριωτικά απελευθερωτικά κινήματα. Αυτά τα κινήματα έχουν συγκεκριμένη διεθνή νομική προσωπικότητα που τους επιτρέπει να δρουν στο διεθνές πεδίο ως περιορισμένα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου. Αυτή η έννοια καλύπτει τις τρεις κατηγορίες λαών που αγωνίζονται α) κατά της αποικιοκρατίας, β) των ρατσιστικών καθεστώτων και γ) της ξένης κατοχής. Στην περίπτωση αυτών των εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων, και κατά το σύγχρονο διεθνές δίκαιο, οι συρράξεις εξομοιώνονται απόλυτα με τους διεθνείς πολέμους, δηλαδή με συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των κρατών.
Την ίδια στιγμή, η πρόοδος της τεχνολογίας και οι αλλαγές στη φύση των ένοπλων συγκρούσεων συγκαταλέγονται μεταξύ των αιτιών εξέλιξης του ανθρωπιστικού δικαίου στη σημερινή του μορφή (Liivoja, 2015). Η διάδοση των πυρηνικών όπλων, η χρήση τακτικών ανταρτοπόλεμου και η άνοδος των συγκρούσεων στο εσωτερικό των κρατών (μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις) απαιτούσαν την προσαρμογή των νομικών πλαισίων στις νέες πραγματικότητες. Το γεγονός αυτό προβλημάτισε την Διάσκεψη της Γενεύης, η οποία ασχολήθηκε όχι μόνο με το ανθρωπιστικό δίκαιο αλλά και το δίκαιο της Χάγης, που αποτελεί το κατεξοχήν κλασικό δίκαιο του πολέμου για την οριοθέτηση των εχθροπραξιών. Οι προτεινόμενες αναθεωρήσεις αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση νέων προκλήσεων και στη διασφάλιση της ευημερίας/προστασίας των ατόμων σε διάφορες μορφές ένοπλων συγκρούσεων.
Επίλογος
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ανθρώπινα δικαιώματα αναγνωρίστηκαν όλο και περισσότερο ως θεμελιώδης πτυχή του διεθνούς δικαίου. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1948, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ιδέας ότι όλα τα άτομα έχουν εγγενή δικαιώματα και προστασία. Το εξελισσόμενο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επηρέασε την αναθεώρηση του κλασικού ανθρωπιστικού δικαίου, τονίζοντας τη σημασία της διαφύλαξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελαχιστοποίησης του περιττού πόνου κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων.
Καταληκτικά και υπό το φως των ανωτέρω, υπογραμμίζεται ότι η αναθεώρηση του κλασικού ανθρωπιστικού δικαίου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε με γνώμονα τη συλλογική αναγνώριση της ανάγκης ενίσχυσης της νομικής προστασίας των ατόμων που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις. Οι φρικαλεότητες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, η καθιέρωση της ατομικής ποινικής ευθύνης, η ανάπτυξη νέων νομικών μέσων και η εξελισσόμενη κατανόηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των επικαιροποιημένων πλαισίων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Η ίδρυση ενός διεθνούς ποινικού δικαιοδοτικού οργάνου μεταβάλλει με πολυσήμαντο τρόπο το διεθνές σκηνικό και κυρίως ίσως τη συλλογική συνείδηση της ανθρωπότητας ότι ορισμένες απάνθρωπες πράξεις πρέπει να τιμωρούνται. Σε θεσμικό επίπεδο, επομένως, δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί η σημαντική αλλαγή που έχει επέλθει, με εκκρεμούσα πλέον την ίδρυση ενός μόνιμου οργάνου ποινικής δικαιοσύνης.
Βιβλιογραφία
Aldrich, G. H. (1991). Prospects for united states ratification of additional protocol I to the 1949 Geneva conventions. American Journal of International Law, 85(1), 1-20.
Akhavan, P. (1996). The International Criminal Tribunal for Rwanda: The politics and pragmatics of punishment. American Journal of International Law, 90(3), 501-510.
Arsanjani, M. H. (1999). The Rome Statute of the international Criminal court. American Journal of International Law, 93(1), 22-43.
Beigbeder, Y. (2006). The Nuremberg and Tokyo Tribunals. In Judging War Crimes and Torture (pp. 233-274). Brill Nijhoff.
Bothe, M., Partsch, K. J., & Solf, W. A. (Eds.). (1982). New rules for victims of armed conflicts: commentary on the two 1977 protocols additional to the Geneva Conventions of 1949. Martinus Nijhoff Publishers.
Brown, G. (2016). The Universal Declaration of Human Rights in the 21st century: A living document in a changing world (p. 146). Open Book Publishers.
Freeman, M. (2022). Human rights. John Wiley & Sons.
Hathaway, O. A., Strauch, P. K., Walton, B. A., & Weinberg, Z. A. (2019). What is a war crime. Yale J. Int’l L., 44, 53.
Ishay, M. (2008). The history of human rights: From ancient times to the globalization era. Univ of California Press.
Liivoja, R. (2015). Technological change and the evolution of the law of war. International Review of the Red Cross, 97(900), 1157-1177.
Mangku, D. G. S. (2021). Roles and Actions That Should Be Taken by The Parties In The War In Concerning Wound and Sick Or Dead During War or After War Under The Geneva Convention 1949. Jurnal Komunikasi Hukum (JKH), 7(1), 170-178.
Parks, W. H. (1973). Command responsibility for war crimes. Mil. L. Rev., 62, 1.
Schindler, D. (2003, 01 01). International Humanitarian Law: Its Remarkable Development and its Persistent Violation. Journal of the History of International Law.
Schmitt, M. N. (2012). Military necessity and humanity in international humanitarian law: preserving the delicate balance. Essays on Law and War at the Fault Lines, 89-129.
Το παρών κείμενο αποτελεί αυτούσια αναδημοσίευση έρευνας από το theSafiaBLOG, που δημοσιεύθηκε στις 31 Ιουλίου 2023. Η αρχική πηγή δεν είναι πλέον διαθέσιμη.

