Από την Ειρήνη Γκουντουλιά
Εισαγωγή
Τις τελευταίες δεκαετίες, ο πλανήτης έχει έρθει αντιμέτωπος με μία παγκόσμιας εμβέλειας πρόκληση, τη κλιματική αλλαγή, η οποία αποτελεί υπαρξιακή απειλή προς την ανθρωπότητα και τη βιοποικιλότητα σε όλο τον κόσμο απαιτώντας επείγουσα συλλογική δράση. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να οριστεί ως η μεταβολή του κλίματος που αποδίδεται αμέσως ή εμμέσως στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία μεταβάλλει τη σύσταση της παγκόσμιας ατμόσφαιρας και παρατηρείται συνδυαστικά με τη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος σε συγκρίσιμες χρονικές περιόδους. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, αν και η κλιματική αλλαγή αποτελεί ένα διεθνούς ενδιαφέροντος πρόβλημα, οι επιπτώσεις της δεν διανέμονται ισότιμα, αλλά επιβαρύνουν κυρίως τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Καθώς τα ακραία φυσικά φαινόμενα, όπως πλημμύρες και ξηρασίες, πλυθαίνουν, οι προκαλούμενες καταστροφές στο φυσικό και αστικό περιβάλλον πλήττουν όλο και περισσότερους ευάλωτους ανθρώπους και τους ωθούν στην αναζήτηση προστασίας και ασφάλειας ακόμη και σε τρίτα κράτη. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει αναφορά στη διάκριση μεταξύ της «κλιματικής μετανάστευσης» και του «περιβαλλοντικού εκτοπισμού». Η πρώτη έννοια περιγράφει την οικειοθελή μετανάστευση, η οποία έχει επηρεαστεί από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως το κλίμα, ενώ η δεύτερη διαθέτει εντονότερα το στοιχείο του εξαναγκασμού ως προς την απόφαση επί της μετακίνησης. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, οι κλιματικοί πρόσφυγες εμπίπτουν στην τελευταία περίπτωση και μπορούν να χαρακτηριστούν αλλιώς ως περιβαλλοντικά εκτοπισμένα πρόσωπα που μετακινούνται προς τρίτες χώρες και όχι εντός της χώρας συνήθους διαμονής τους, διότι σε αυτή τη περίπτωση θα χαρακτηριστούν ως εσωτερικά εκτοπισμένα πρόσωπα.
Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ως «κράτος-γέφυρα» ενώνοντας Ανατολή και Δύση, επιλέγεται ως δίοδος προς τα κράτη της κεντρικής Ευρώπης ή προσωρινό “καταφύγιο”, με αποτέλεσμα οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές να αποτελούν πια συχνό φαινόμενο που χρήζει άμεσης και δραστικής διευθέτησης. Επομένως, το ζήτημα που γεννιέται και θα εξεταστεί στην επακολουθούμενη έρευνα είναι πώς η Ελλάδα αντιμετωπίζει εν γένει το φαινόμενο της ολοένα αυξανόμενης ροής κλιματικών προσφύγων και αν παρέχεται πράγματι η αναγκαία προστασία που απαιτείται.
α. Το κανονιστικό πλαίσιο προστασίας των κλιματικών προσφύγων στην Ελλάδα
Στην εθνική έννομη τάξη, παρατηρείται ότι δεν έχει παραχθεί κάποιο νομοθετικό κείμενο που να αναφέρεται αποκλειστικά στη περίπτωση των κλιματικών προσφύγων, όμως υπάρχουν εθνικοί νόμοι που δύναται να εφαρμοστούν αναλόγως για τη προστασία τους.
Ένας προτεινόμενος ορισμός του κλιματικού πρόσφυγα
Το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) σε συνεργασία με το WWF Greece, στο πλαίσιο έκθεσης ονόματι «Κλιματικοί Πρόσφυγες: Αντιμετωπίζοντας τη προκληθείσα από το κλίμα μετανάστευση πριν συμβεί», πρότεινε οι κλιματικοί πρόσφυγες να ορίζονται ως «πρόσωπα που παρά τη θέλησή τους εγκαταλείπουν τη χώρα υπηκοότητας τους, ή τη χώρα στην οποία διαμένουν, εξαιτίας σταδιακών ή ξαφνικών μεταβολών στο περιβάλλον τους σχετιζόμενων τουλάχιστον με μία από τις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και δε δύνανται ή δεν επιθυμούν να επιστρέψουν σε αυτή». Ωστόσο, ο παραπάνω ορισμός δεν έχει υιοθετηθεί από τον Έλληνα νομοθέτη.
O N. 3907/2011
Πρωτίστως, με το Ν.3907/2011, τροποποιηθείς από το Ν.4375/2016, ο εθνικός νομοθέτης ενσωμάτωσε την Οδηγία 2008/115 της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Ε.Ε) και προέβλεψε την ίδρυση της Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Οι τελευταίες έχουν, αντίστοιχα, ως αποστολή την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ασύλου και των λοιπών μορφών διεθνούς προστασίας, τη συμβολή στο σχεδιασμό και διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής ασύλου, και την αποτελεσματική διαχείριση υπηκόων τρίτων χωρών που εισέρχονται παρανόμως στη χώρα, σε συνθήκες σεβασμού της αξιοπρέπειάς τους, με την υπαγωγή τους σε διαδικασίες πρώτης υποδοχής. Επομένως, στο προαναφερθέντα εθνικό νόμο, προβλέπονται εκτενώς οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις για τη νόμιμη διεξαγωγή αυτών, στις οποίες πρέπει να υποβληθούν υπήκοοι τρίτων χωρών που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια και αιτούνται διεθνούς προστασίας, όπως οι κλιματικοί πρόσφυγες.
Ο Ν.4636/2019
Σε μεταγενέστερο χρόνο, εισήλθε στο νομοθετικό πεδίο ο Ν.4636/2019, ως συμμόρφωση της Ελλάδας προς την υποχρέωση ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2011/95 της Ε.Ε, που προβλέπει τις απαιτήσεις προκειμένου να αναγνωριστούν υπήκοοι τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς ως δικαιούχοι διεθνούς προστασίας και καθορίζει ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες και για άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρέχονται οι ορισμοί στις έννοιες του «πρόσφυγα» και του «αιτούντος διεθνούς προστασίας», χωρίς, όμως, να γίνεται αναφορά στη κλιματική αλλαγή ή στις επιπτώσεις της ως λόγο χορήγησης αυτών των καθεστώτων. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν οι διατάξεις αυτές μπορούν να ερμηνευτούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτουν την περίπτωση των κλιματικών προσφύγων ανταποκρινόμενες στις σύγχρονες δικαιϊκές ανάγκες.
Ο Ν. 4939/2022, ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος και το ΕΣΕΚ
Μάλιστα, το 2022, ο Έλληνας νομοθέτης προχώρησε στη κύρωση Κώδικα Νομοθεσίας, με το Ν.4939/2022, για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία σε περίπτωση μαζικής ροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών. Ο Κώδικας κατήργησε σχεδόν στο σύνολό του το Ν.4636/2019 και ενσωμάτωσε τα καταργηθέντα άρθρα στο κείμενό του. Σημειωτέον είναι ότι δεν υπάρχει ρητή αναφορά στους κλιματικούς πρόσφυγες, ωστόσο ανακύπτει το ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατόν να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής για να ενταχθούν υπό τη προστασία του.
Εξίσου σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι η Ελλάδα, με το Ν.4936/2022 ή αλλιώς Εθνικό Κλιματικό Νόμο σε συνδυασμό με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), διαμορφώνει ένα συνεκτικό ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο για τη προσαρμογή στη κλιματική αλλαγή και τη μετάβαση προς τη κλιματική ουδετερότητα. Συνεπώς, κατά τη χάραξη της εθνικής πολιτικής θα ήταν εύλογο να ληφθούν μέτρα για την αναγκαία ρύθμιση του ζητήματος προστασίας των κλιματικών προσφύγων ως επίπτωση της κλιματικής αλλαγής.
β. Το διεθνές και ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο προστασίας των κλιματικών προσφύγων
Τόσο στο ενωσιακό όσο και στο διεθνές κανονιστικό τοπίο παρατηρείται ένα κενό προστασίας όσον αφορά τους κλιματικούς πρόσφυγες, αλλά πρέπει να γίνει αναφορά σε ορισμένες νομοθετικές και μη προσπάθειες, οι οποίες μπορούν να ληφθούν υπόψη από την Ελλάδα κατά τη παροχή διεθνούς προστασίας.
Ένας προτεινόμενος ορισμός του κλιματικού πρόσφυγα
Πράγματι, δεν υπάρχει ένας επίσημος ορισμός, αναγνωρισμένος διεθνώς, που να προσδιορίζει το περιεχόμενο της έννοιας «κλιματικός πρόσφυγας», όμως αυτή συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα βίαια εκτοπισμένα πρόσωπα που εξαναγκάζονται λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής να μετακινηθούν και η μετακίνηση αυτή λαμβάνει χώρα, όχι βάσει ουσιαστικής επιλογής τους, με κύριο στόχο την αναζήτηση προστασίας χωρίς την επιδίωξη μετανάστευσης. Το 2016, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM), του οποίου κράτος μέλος είναι η Ελλάδα, κατέθεσε πρόταση προς την Εκτελεστική Επιτροπή του Διεθνούς Μηχανισμού Βαρσοβίας που περιελάμβανε τον όρο «περιβαλλοντικά εκτοπισμένο άτομο», αντί τη χρήση του όρου «κλιματικός ή περιβαλλοντικός πρόσφυγας». Ο όρος αυτός αναφέρεται σε πρόσωπα που έχουν εκτοπιστεί εντός της χώρας συνήθους διαμονής τους ή έχουν διασχίσει ένα διεθνές σύνορο και για τα οποία η υποβάθμιση, επιδείνωση ή καταστροφή του περιβάλλοντος είναι μία σημαντική αιτία εκτοπισμού τους, χωρίς απαραιτήτως να είναι και η μοναδική. Βέβαια, ο παραπάνω ορισμός δεν έχει υιοθετηθεί στο πλαίσιο ενός διεθνώς δεσμευτικού νομοθετικού κειμένου.
Η Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων
Η ισχύουσα μέχρι σήμερα Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων (1951), η οποία έχει κυρωθεί από την Ελλάδα, στο άρθρο 1Α παρ. 2 ορίζει ως πρόσφυγα «κάθε πρόσωπο με δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων που βρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δε δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να λάβει τη προστασία της χώρας αυτής, ή εάν δεν έχει κάποια υπηκοότητα και βρίσκεται συνεπεία τέτοιων γεγονότων εκτός της χώρας της συνήθους διαμονής του, δε δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή». Δεν γίνεται λόγος, λοιπόν, για κλιματική αλλαγή, ως αιτία που δικαιολογεί τη χορήγηση του καθεστώτος, ή κλιματικούς πρόσφυγες, όπως συμβαίνει και στο πρόσθετο Πρωτόκολλο του 1967, με αποτέλεσμα να υποστηρίζεται ότι χρήζουν εκσυγχρονισμού. Όμως, στο πλαίσιο του διεθνούς προσφυγικού δικαίου έχει διατυπωθεί η θέση ότι η εν λόγω Σύμβαση δύσκολα μπορεί να εφαρμοστεί στη περίπτωση των φυσικών καταστροφών. Βασικά επιχειρήματα αυτής της θέσης είναι ότι, πρώτον, οι φυσικές καταστροφές δεν κάνουν διακρίσεις, καθώς ζωτικής σημασίας προϋπόθεση του ορισμού του πρόσφυγα είναι ότι επιδέχεται διακριτική μεταχείριση λόγω κάποιου στοιχείου της ταυτότητάς του, και, δεύτερον, είναι δυσχερής η ταυτοποίηση κάποιου διώκτη.
Το Σύμφωνο του Παρισιού για τη Κλιματική Αλλαγή
Το 2015, τα Ηνωμένα Έθνη κατήρτισαν τη Συμφωνία του Παρισιού για τη Κλιματική Αλλαγή και τέθηκε ως παγκόσμιος στόχος η ισχυροποίηση της ικανότητας προσαρμογής στο μεταβαλλόμενο κλίμα. Στο προοίμιο της γίνεται αναφορά στην επιτακτική ανάγκη για αποτελεσματική και προοδευτική αντιμετώπιση της απειλής της κλιματικής αλλαγής και αναγνωρίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη μέλη πρέπει, όταν αναλαμβάνουν δράση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, να σέβονται, να προωθούν και λαμβάνουν υπόψη τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους όσον αφορά τα δικαιώματα προσώπων, όπως οι μετανάστες και άτομα σε ευάλωτες καταστάσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση
Ο ενωσιακός νομοθέτης του 21ου αιώνα έχει καταρτίσει μία σειρά δεσμευτικών για τα κράτη μέλη Οδηγιών που αφορούν τους αιτούντες διεθνούς προστασίας, οι οποίες πρέπει εντός ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος να ενσωματωθούν με εθνικούς νόμους στις εκάστοτε έννομες τάξεις των κρατών μελών. Πέρα από τις προαναφερθείσες Οδηγίες 2008/115 και 2011/95, προγενέστερα είχε συνταχθεί και η Οδηγία 2001/55 που προβλέπει τις προϋποθέσεις για τη παροχή προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων. Συγκεκριμένα, στο πεδίο του άρθρου 2 περ.γ(ii), έχει υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να εμπίπτει η περίπτωση του εκτοπισμού από κλιματική αλλαγή ως σοβαρός κίνδυνος ή συστηματική ή γενικευμένη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κλιματικών προσφύγων. Στη πράξη, ο μηχανισμός έχει αποδειχθεί δυσλειτουργικός.
γ. Μη δεσμευτικά διεθνή κείμενα προσφυγικού και μεταναστευτικού ενδιαφέροντος
Πρώτον, στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών καταρτίστηκε και υιοθετήθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τους Πρόσφυγες, το οποίο έχει θέσει ως στόχο την αύξηση βοήθειας προς κράτη υποδοχής προσφυγικών ροών, την ενίσχυση αυτάρκειας των προσφύγων, την επέκταση πρόσβασης σε τρίτα κράτη και τη διατήρηση, στα κράτη καταγωγής, συνθηκών που εξασφαλίζουν μία ασφαλή και αξιοπρεπή επιστροφή. Ωστόσο, το Σύμφωνο δεν δεσμεύει τα κράτη μέλη του Οργανισμού, όπως η Ελλάδα. Δέυτερον, πάλι στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε, διαμορφώθηκε και εν τέλει υιοθετήθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για Ασφαλή, Τακτική και Νόμιμη Μετανάστευση, το οποίο, επίσης, δεν έχει δεσμευτική ισχύ, αν και καλύπτει όλων των πτυχών ζητήματα διεθνούς μετανάστευσης.
δ. Διαδικασία και συνθήκες υποδοχής στην Ελλάδα
Οι κλιματικοί πρόσφυγες που καταφθάνουν στην Ελλάδα έχουν τη δυνατότητα να καταθέσουν αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας και για όσο διάστημα αναμένεται η αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης, βρίσκονται ως αιτούντες σε μία κατάσταση υποδοχής που πρέπει να ανταποκρίνεται στα προβλεπόμενα κατά την ισχύουσα νομοθεσία, ιδίως το Κώδικα Ασύλου. Βέβαια, η πιθανότερη έκβαση για την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας θα είναι απορριπτική, καθώς η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της δεν έχουν αναγνωριστεί ως λόγοι που δικαιολογούν την ανάγκη για διεθνή προστασία.
Από τη στιγμή της εισόδου στην Ελλάδα, εφόσον ταυτοποιηθούν και λάβουν τη προσήκουσα ενημέρωση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, οι αιτούντες οδηγούνται σε ένα από τα 33 Κέντρα Υποδοχής, εκ των οποίων οι 24 είναι επίσημες Ελεγχόμενες Δομές Προσωρινής Φιλοξενίας αιτούντων άσυλο και οι λοιπές 9 είναι Κλειστές Ελεγχόμενες Δομές. Μία από τις βασικές υποχρεώσεις των διοικητικών αρχών των δομών είναι η εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης στα πρόσωπα που έχουν επιλέξει να διαμένουν σε αυτές. Ειδικότερα, οι συνθήκες διαβίωσης πρέπει να διασφαλίζουν το σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη διατήρηση ενός βιοτικού επιπέδου με επάρκεια αναγκαίων υλικών αγαθών και πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, στην αγορά εργασίας και την εκπαίδευση.
Όμως, στην πράξη έχει παρατηρηθεί ότι αντιμετωπίζεται ιδιαίτερη δυσκολία για την εκπλήρωση της παραπάνω υποχρέωσης. Πρωτίστως, οι δομές διαμονής των προσφύγων διατηρούν μόνο τη μορφή ειδικά διαμορφωμένων βάσεων, οι οποίες συνήθως δημιουργούνται σε απομακρυσμένες από τη τοπική κοινότητα περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, με αποτέλεσμα να εντείνεται ένα αίσθημα κοινωνικής απομόνωσης και να δυσχεραίνεται η πρόσβαση σε νομικές υπηρεσίες και υπηρεσίες υγείας, καθώς και η παρακολούθηση σχολικής εκπαίδευσης από τους ανήλικους αιτούντες, λόγω έλλειψης μεταφορικών μέσων. Πλήγμα στη παρεχόμενη προστασία των αιτούντων αποδείχθηκε η ολοκλήρωση του στεγαστικού προγράμματος ESTIA II, το οποίο στόχευε στη παροχή διαμονής σε ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα ή μονάδες στέγασης. Επιπλέον, τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική Ελλάδα, οι δομές παρουσιάζουν αφενός το πρόβλημα του συνωστισμού, διότι η χωρητικότητα των δομών είναι ελλείπουσα συγκριτικά με τη πραγματική πληρότητα, και αφετέρου συστηματικές ουσιώδεις μερικές ή καθολικές ελλείψεις όσον αφορά βασικά αγαθά, όπως φαγητό, ιατρικό και ψυχολογικής υποστήριξης προσωπικό, και διερμηνείς. Αντιθέτως, φαίνεται να δίνεται προτεραιότητα στη δυνατότητα συνεχούς παρακολούθησης των αιτούντων μέσω της τοποθέτησης κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης στις δομές.
Αξιοσημείωτο είναι ότι πια υπάρχει ευχέρεια υποβολής επώνυμων καταγγελιών, στα ελληνικά και στα αγγλικά, σε περιπτώσεις παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διαδικασία υποδοχής και χορήγησης διεθνούς προστασίας μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Σπανίως, βέβαια, οι αιτούντες έχουν επαρκή γνώση της ελληνικής ή αγγλικής γλώσσας, ώστε να μπορέσουν να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα στην αίτηση καταγγελίας, και διατηρείται, επίσης, ο φόβος μήπως η καταγγελία αποτελέσει αφορμή για την απόρριψη της αίτησής τους. Πάντως, οι συνεχείς παραβιάσεις των εθνικών αρχών επί της υποχρέωσης παροχής αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης έχουν αναγνωριστεί επανειλημμένα από τις καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εις βάρος της Ελλάδας με βάση το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο διατάσσει την απόλυτη απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά τη διαδικασία υποδοχής.
Παράλληλα, έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα δυσμενούς μεταχείρισης εις βάρος αιτούντων διεθνή προστασία τόσο στο χώρο εργασίας όσο και στο πλαίσιο της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας. Αιτούντες που ασκούν το δικαίωμα τους στην απασχόληση, πέρα από τα εμπόδια για την απόκτηση εργασίας, έρχονται αντιμέτωποι με συνθήκες υπερβολικής εκμετάλλευσης εκ μέρους των εργοδοτών, χωρίς να προστατεύονται από κάποια ατομική σύμβαση εργασίας ή να αμείβονται προσηκόντως. Έχουν καταγραφεί, επιπροσθέτως, περιστατικά εκδήλωσης ρατσιστικής βίας με στόχο τους πρόσφυγες, με θύτες είτε οργανωμένες ομάδες πολιτών είτε πρόσωπα που εκπροσωπούν το ίδιο το κράτος.
Υπό αμφισβήτηση τίθεται, τέλος, αν υπάρχει ουσιαστική ελευθερία κυκλοφορίας, η αποτελεσματική άσκηση της οποίας παρεμποδίζεται από το γεγονός ότι οι αιτούντες δύνανται να μετακινούνται εντός μίας προκαθορισμένης περιοχής, ενώ στο παρελθόν είχε υιοθετηθεί η πρακτική της επιβολής γεωγραφικού περιορισμού στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Επίλογος
Λαμβάνοντας υπόψη όσων έχουν εκτεθεί προηγουμένως, εύλογα διαμορφώνεται το συμπέρασμα ότι μέχρι στιγμής τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο δεν έχει υιοθετηθεί από την Ελλάδα και τα λοιπά κράτη ένα κανονιστικό πλαίσιο προστασίας που να ρυθμίζει αποκλειστικά και δεσμευτικά τα ζητήματα των κλιματικών προσφύγων, ενώ τα ήδη υπάρχοντα νομοθετικά κείμενα δεν επαρκούν, καθώς τους αφήνουν εκτός πεδίου προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα οφείλει να τηρεί στη πράξη τις ήδη αναληφθείσες υποχρεώσεις της και ειδικότερα να διατηρεί αξιοπρεπείς και ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης για όσους κλιματικούς πρόσφυγες καταφθάνουν στη χώρα. Συνεπώς, τόσο τα νομοθετικά όσο και τα εκτελεστικά όργανα πρέπει να αλλάξουν πορεία στη προσφυγική πολιτική και να συμβάλλουν στη μετάβαση της Ελλάδας προς ένα μέλλον φιλόξενο και προστατευτικό υπέρ των κλιματικών προσφύγων, καθώς ο αριθμός των κλιματικών προσφύγων παγκοσμίως αναμένεται μόνο να πολλαπλασιάζεται.

